Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2008

No 544

Image Hosted by ImageShack.usIstván Szõnyi (Ουγγαρία)

Ύστερα έπεσε πάλι σιγή και ξαφνικά τον Άμπελ τον κυρίευσε εκείνος ο πόθος, και είπε μες στη σιγή:
Σ’ αγαπώ.
Το ξέρω, είπε ο Ίλια χωρίς καθυστέρηση, ουδέτερα, όπως τα ‘λεγε όλα πάντα. Συνέχισε στο ίδιο στυλ. Το ξέρει, και το απορρίπτει. Αισθάνεται, λέει, μάλιστα κάτι σαν σωματική αηδία, όταν το σκέφτεται. Γι’ αυτό μόλις πάρει το απολυτήριο θα φύγει απ’ την πόλη κι απ’ την χώρα. Θα σπουδάσει στο εξωτερικό και δεν θα ‘χει καμιά επαφή με τον Άμπελ (…)
Ο Άμπελ άφησε το κορμί του να πέσει πίσω στον τοίχο με την άγρια, ζεστή επιφάνεια. Ακούμπησε στον τοίχο, με τη χαρακτηριστική μυρωδιά των τοίχων που ‘χουν πάρει τη ζέστη του καλοκαιριού σε πολυσύχναστους δρόμους, την έπιασε στον αέρα, την μυρωδιά των σκύλων. Να μπορούσε να κλάψει. Ήταν σκοτάδι, στεκόντουσαν κοντά σ’ έναν φανοστάτη, ο Άμπελ ακουμπούσε στον τοίχο, δεν έκλαιγε, ο Ίλια στεκόταν εκεί δίπλα, περίμενε, ή όχι, καθόταν απλώς εκεί, κοίταζε προς κάποια μεριά, με το κεφάλο γερμένο στο πλάι.

Τερέζια Μόρα: Όλες οι μέρες (Ίνδικτος)

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Από τον ιστοχώρο των εκδόσεων Ίνδικτος:

Ο Άμπελ Νέμα δεν μπορεί να θυμηθεί πια πότε και γιατί άλλαξε με τέτοιο τρόπο η ζωή του, ώστε τίποτα και κανείς να μη βρίσκεται πια στο σωστό τόπο – ούτε κι εκείνος, ο Άμπελ Νέμα. Μήπως δεν ξεπέρασε ποτέ το ότι ο πατέρας του εξαφανίστηκε, το ότι ο φίλος του ο Ίλια εξοργίστηκε όταν ο Άμπελ του είπε ότι τον αγαπάει και το ότι δεν μπορεί να γυρίσει πια στην πατρίδα του, γιατί εκεί έχει κηρυχτεί λιποτάκτης; Πάνω απ’ όλα ο Άμπελ θα ήθελε ν’ αδειάσει το κεφάλι του απ’ όλες τις αναμνήσεις, και σίγουρα δεν θα τον πείραζε καθόλου αν κι απ’ το γάμο του εκεί χάνονταν σιγά σιγά τα ίχνη του, αν κι η Μερσέντες τον αγαπάει κι εκείνος συμπαθεί πολύ το γιο της…

Το πρώτο μυθιστόρημα της Τερέτσια Μόρα είναι δομημένο ως πεζογραφικός λαβύρινθος σπάνιας γλωσσικής δύναμης και μεγάλου πλούτου σε εικόνες, απαράμιλλο στη σύγχρονη γερμανόφωνη λογοτεχνία. Αφηγείται την ιστορία ενός άντρα, ο οποίος είναι ξεριζωμένος κι αμίλητος και ο οποίος, αν και κατέχει δέκα γλώσσες, έχει απολέσει την ικανότητα να εκφράζεται στη δική του γλώσσα. Στην αρχή του μυθιστορήματος ο Άμπελ Νέμα είναι κρεμασμένος ανάποδα, με τα πόδια δεμένα πάνω, σε μια κούνια, κι έτσι αντικρίζει με μια αντεστραμμένη ματιά τον κόσμο, την οποία θα διατηρήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της ξέφρενης πορείας του στο δικό μας παρόν.
~~~~~~~~~~~~

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2008 σε μετάφραση της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου.